Hey You – Pink Floyd
•Σεπτεμβρίου 12, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοHey You – Pink Floyd
Επιστροφή με ένα τεράστιο κομμάτι , σε τέτοιο mood είμαι , τα σπαει . Καλή απόλαυση.
Hey you, out there in the cold
Getting lonely, getting old
Can you feel me?
Hey you, standing in the aisles
With itchy feet and fading smiles
Can you feel me?
Hey you, dont help them to bury the light
Dont give in without a fight.
Hey you, out there on your own
Sitting naked by the phone
Would you touch me?
Hey you, with you ear against the wall
Waiting for someone to call out
Would you touch me?
Hey you, would you help me to carry the stone?
Open your heart, Im coming home.
But it was only fantasy.
The wall was too high,
As you can see.
No matter how he tried,
He could not break free.
And the worms ate into his brain.
Hey you, standing in the road
Always doing what youre told,
Can you help me?
Hey you, out there beyond the wall,
Breaking bottles in the hall,
Can you help me?
Hey you, dont tell me theres no hope at all
Together we stand, divided we fall.
[click of tv being turned on]
Well, only got an hour of daylight left. better get started
Isnt it unsafe to travel at night?
Itll be a lot less safe to stay here. youre fathers gunna pick up our trail before long
Can loca ride?
Yeah, I can ride… magaret, time to go! maigret, thank you for everything
Goodbye chenga
Goodbye miss …
Ill be back
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιο
Μπόρχες σημαίνει, για τα εκατομμύρια των φανατικών του αναγνωστών σε όλο τον κόσμο, ένα σύμπαν δημιουργημένο από την αρχή με τα υλικά που πλάθονται τα όνειρα. Ένα σύμπαν που συγκροτείται από επάλληλους Λαβυρίνθους (που διαφέρουν στις διακλαδώσεις καίτοι ομόκεντροι), ένα σύμπαν Βιβλιοθήκη όπου οι πάντες χάνονται αναζητώντας το Νόημα. Σ’ αυτό το δαιδαλώδες τοπίο των συναρπαστικών του γραπτών -και ιδίως των πεζών κειμένων που συγκεντρώνονται όλα για πρώτη φορά σε ενιαίο τόμο-, η πραγματικότητα είναι μια απάτη, ο ορθός λόγος συνιστά αυθαιρεσία και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, είτε έχει ήδη συμβεί είτε επίκειται να συμβεί· στο παιγνιώδες σύπαν του Μπόρχες, ο ένας είναι γέννημα της φαντασίας κάποιου άλλου και σε μια θεία χρονική στιγμή, σε μια ανύποπτη Επιφάνεια μια ολόκληρη ζωή μπορεί να δικαιωθεί… Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου “‘Aπαντα τα Πεζά” του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

«Θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως αναγνώστη. Όπως γνωρίζετε, έχω τολμήσει την περιπέτεια της γραφής. Αλλά πιστεύω πως αυτά που έχω διαβάσει είναι πολύ πιο σημαντικά απ’ αυτά που έχω γράψει. Γιατί κάποιος διαβάζει αυτά που του αρέσουν – ωστόσο γράφει όχι αυτά που θα ήθελε να γράψει, αλλά αυτά που είναι ικανός να γράψει». Χόρχε Λούις Μπόρχες
«Η ποίηση είναι μια απλή, ρητορική μαγεία. Το γράψιμο ενός ποιήματος είναι μια μικρή μαγική χειρονομία που συντελείται με τη φαντασία και το πνεύμα του αναγνώστη μαζί με του ποιητή».
Πρώτα συγγραφικά χρόνια
Το 1921 ο Μπόρχες επέστρεψε με την οικογένειά του στο Μπουένος Άιρες όπου εισήγαγε το δόγμα του Ουλτραϊσμού και ξεκίνησε την καριέρα του ως συγγραφέας δημοσιεύοντας ποιήματα και δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Μπόρχες ήταν η Fervor de Buenos Aires (Πάθος για το Μπουένος Άιρες, 1923). Συνεισέφερε στην αβάν-γκαρντ επιθεώρηση Martín Fierro (της οποίας η “τέχνη για την τέχνη” προσέγγιση ήταν αντίθετη με την πιο πολιτικοποιημένη ομάδα του Μποέδο), συν-ίδρυσε τα περιοδικά Prisma (1921–1922 και Proa (1922–1926). Ήταν τακτικός συνεργάτης, από το πρώτο κιόλας τεύχος, στο Sur, το οποίο ξεκίνησε το 1931 από τη Βικτόρια Οκάμπο και έγινε το σημαντικότερο λογοτεχνικό περιοδικό της Αργεντινής. Η Οκάμπο γνώρισε τον Μπόρχες στον Αδόλφο Μπιόι Κασάρες, ο οποίος έγινε τακτικός συνεργάτης του Μπόρχες και σημαντική φυσιογνωμία της αργεντίνικης λογοτεχνίας.
Το 1933 ο Μπόρχες έγινε συντάκτης του λογοτεχνικού ένθετου της εφημερίδας Crítica, στην οποία και πρωτοεμφανίστηκαν τα γραπτά του που αργότερα περιλήφθηκαν στην Historia universal de la infamia (Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας). Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως λογοτεχνικός σύμβουλος στον εκδοτικό οίκο Emecé και είχε εβδομαδιαία στήλη στην El Hogar, η οποία κυκλοφόρησε από το 1936 μέχρι το 1939.
Το 1937 ο Μπόρχες έπιασε δουλειά στο παράρτημα Μιγκέλ Κανέ της Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Μπουένος Άιρες ως βοηθός. Οι συνάδελφοί του του απαγόρευσαν αμέσως να καταλογογραφεί περισσότερα από 100 βιβλία την ημέρα, κάτι που ο Μπόρχες έκανε μέσα σε περίπου μια ώρα. Περνούσε το υπόλοιπο της ημέρας στο υπόγειο της βιβλιοθήκης γράφοντας άρθρα και διηγήματα. Όταν ανέβηκε στην εξουσία το 1946 ο Χουάν Περόν, ο Μπόρχες ουσιαστικά απολύθηκε: “προήχθηκε” στη θέση του επιθεωρητή πουλερικών για τη δημοτική αγορά του Μπουένος Άιρες (από την οποία παραιτήθηκε αμέσως· όταν αναφερόταν σ’ αυτό, διακοσμούσε πάντα τον τίτλο σε “Επιθεωρητής Πουλερικών και Κουνελιών”). Οι επιθέσεις του κατά των περονιστών μέχρι εκείνο το σημείο περιορίζονταν κυρίως στην υπογραφή διακηρύξεων υπέρ της δημοκρατίας, όμως σύντομα μετά την παραίτησή του απευθύνθηκε στον Αργεντίνικο Σύνδεσμο Γραμμάτων λέγοντας, με το χαρακτηριστικό του στυλ, ότι “Οι δικτατορίες προωθούν την καταπίεση, οι δικτατορίες προωθούν τη δουλοπρέπεια, οι δικτατορίες προωθούν τη βαναυσότητα· πιο αποτρόπαιο είναι το γεγονός ότι προωθούν την ηλιθιότητα.”
Ο θάνατος του πατέρα Μπόρχες το 1938 ήταν βαρύ πλήγμα γιατί είχαν πολύ στενή σχέση. Την παραμονή Χριστουγέννων το 1938, ο Μπόρχες χτύπησε άσχημα στο κεφάλι σε ατύχημα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της πληγής παρ’ ολίγο να πεθάνει από σηψαιμία. (Το διήγημά του “Ο Νότος” του 1944 βασίζεται σε αυτό το γεγονός.) Ενώ ανάρρωνε από το ατύχημα, άρχισε να γράφει σε ένα στυλ για το οποίο έγινε διάσημος και η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, El jardín de senderos que se bifurcan (Ο Κήπος με τα Μονοπάτια που Διακλαδώνονται) εμφανίστηκε το 1941. Το βιβλίο περιλάμβανε το διήγημα “Ο Νότος”, ιστορία που περιείχε αυτοβιογραφικά στοιχεία, κυρίως για το ατύχημα που είχε ο Μπόρχες, και την οποία ο συγγραφέας αργότερα αποκάλεσε “ίσως η καλύτερή μου ιστορία.” Παρόλο που γενικά έτυχε θετικής αποδοχής, Ο Κήπος με τα Μονοπάτια που Διακλαδώνονται δεν κατάφερε να αποσπάσει τα λογοτεχνικά βραβεία που ο κύκλος του Μπόρχες ανέμενε και πολλοί έγραψαν κείμενα με τα οποία τον υποστήριξαν.
Τα χρόνια της ωριμότητας
Χωρίς δουλειά, με την όρασή του να μειώνεται εξαιτίας του γλαυκώματος, και ανήμπορος να στηρίξει πλήρως τον εαυτό του ως συγγραφέας, ο Μπόρχες ξεκίνησε μια νέα καριέρα δίνοντας δημόσιες διαλέξεις. Παρά το ότι πολιτικά διώχθηκε κάπως, οι διαλέξεις του είχαν αρκετή επιτυχία και μετατράπηκε σε δημόσιο πρόσωπο. Έγινε Πρόεδρος του Αργεντίνικου Συνδέσμου Συγγραφέων (1950–1953) και Καθηγητής Αγγλικής και Αμερικανικής Λογοτεχνίας (1950–1955) στον Αργεντίνικο Σύνδεσμο Αγγλικού Πολιτισμού. Το διήγημά του Emma Zunz γυρίστηκε σε ταινία (με τίτλο Días de odio- Μέρες μίσους) το 11954 από τον Αργεντίνο σκηνοθέτη Λεοπόλδο Τόρε Νίλσον. Τον ίδιο καιρό ο Μπόρχες άρχισε να γράφει σενάρια για ταινίες.
Το 1955, με πρωτοβουλία της Βικτόρια Οκάμπο, η νέα αντι-περονική στρατιωτική κυβέρνηση τον διόρισε επικεφαλής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μέχρι τότε, είχε τυφλωθεί εντελώς. Όπως ο ίδιος ο Μπόρχες παρατήρησε, ο Θεός “μου έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και τη νύχτα“.
Τον επόμενο χρόνο κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο Του Κούγιο (αργότερα ακολούθησαν πολλές τέτοιες ανακηρύξεις). Από το 1956 μέχρι το 1970, ο Μπόρχες ήταν επίσης καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, ενώ προσκλήθηκε και από άλλα πανεπιστήμια για σύντομες χρονικές περιόδους.
Μη μπορώντας να διαβάσει και να γράψει (δεν έμαθε ποτέ του το Σύστημα Μπράιγ), εξαρτιόταν από τη μητέρα του, με την οποία είχε πάντοτε στενή σχέση και η οποία άρχισε να δουλεύει ως προσωπική του γραμματέας.
Διεθνής αναγνώριση
Η διεθνής φήμη του Μπόρχες ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1961 μοιράστηκε με τον Σάμιουελ Μπέκετ το Βραβείο Φορμεντόρ. Το γεγονός ο Μπέκετ ήταν ήδη πολύ γνωστός στον αγγλόφωνο κόσμο, ενώ μέχρι τότε ο Μπόρχες παρέμενε άγνωστος και αμετάφραστος, κίνησε την περιέργεια πολλών για να μάθουν ποιος είναι. Η ιταλική κυβέρνηση τον ονόμασε Commendatore, ενώ το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν τον κάλεσε για ένα χρόνο. Αυτό οδήγησε στην πρώτη περιοδεία διαλέξεων του Μπόρχες στις ΗΠΑ. Ακολούθησαν οι πρώτες μεταφράσεις έργων του στα αγγλικά το 1962, και τα επόμενα χρόνια περιοδείες στην Ευρώπη και την περιοχή των Άνδεων στη Νότια Αμερική. Το 1965 τιμήθηκε με διάκριση από τη βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου Ελισάβετ Β΄. Το 1980 του δόθηκε το Prix mondial Cino Del Duca, ενώ πολλές άλλες τιμές και βραβεία ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, όπως τη γαλλική Λεγεώνα της Τιμής το 1983 και το Βραβείο Θερβάντες.
Το 1967 ο Μπόρχες ξεκίνησε μια πενταετή συνεργασία με τον Αμερικανό μεταφραστή Νόρμαν Τόμας ντι Τζοβάνι, χάρη στον οποίο έγινε πιο γνωστός στον αγγλόφωνο κόσμο. Επίσης συνέχισε να εκδίδει βιβλία, μεταξύ αυτών El libro de los seres imaginarios (Το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων, 1967, μαζί με τη Μαργαρίτα Γκερέρο), El informe de Brodie (Η Έκθεση του Μπρόντι, 1970), και El libro de arena (Το Βιβλίο της Άμμου, 1975). Έδωσε επίσης πάρα πολλές διαλέξεις. Πολλές από αυτές τις διαλέξεις ανθολογήθηκαν στις εκδόσεις Siete noches (Εφτά Νύχτες) και Nueve ensayos dantescos (Εννιά δαντικά δοκίμια).
Αν και πασίγνωστος τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, στον Μπόρχες δεν δόθηκε ποτέ το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Κυρίως περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘80, όταν ο Μπόρχες είχε ήδη γεράσει και η υγεία του είχε αρχίσει να φθίνει, αυτή η μη απονομή στον Μπόρχες ήταν εμφανής παράλειψη. Εικάζεται ότι το βραβείο δεν απονεμήθηκε ποτέ στον Μπόρχες λόγω της σιωπηλής στήριξής του ή έστω απροθυμίας του να καταδικάσει τις στρατιωτικές δικτατορίες σε Αργεντινή, Χιλή, Ουρουγουάη και αλλού. Παρόλο που αυτή η πολιτική του στάση πήγαζε από αυτό που ίδιος ο Μπόρχες αποκαλούσε “αναρχο-ειρηνισμό,” τον πρόσθεσε στον κατάλογο των διακεκριμένων συγγραφέων που δεν κέρδισαν ποτέ το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, στον οποίο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι Γκράχαμ Γκριν, Τζέιμς Τζόις, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και Λέο Τολστόι. Παρ’ όλα αυτά, του δόθηκε το Βραβείο Ιερουσαλήμ το 1971, το οποίο δίδεται σε συγγραφείς που ασχολούνται με θέματα ανθρώπινης ελευθερίας και κοινωνίας.
Το έργο του
Εκτός από τα διηγήματά του για τα οποία είναι περισσότερο γνωστός, ο Μπόρχες έγραψε επίσης ποίηση, δοκίμια, διάφορα σενάρια, και σημαντικό όγκο λογοτεχνικής κριτικής, προλόγους και βιβλιοκριτικές, επιμελήθηκε πολλές ανθολογίες, και μετέφρασε στα ισπανικά πολλά έργα από αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά (ακόμη και από αρχαία αγγλικά και αρχαία σκανδιναβικά). Το γεγονός ότι τυφλώθηκε (όπως και ο πατέρας του, ενώ ήταν ενήλικας) επηρέασε πολύ τα μετέπειτα γραπτά του. Ιδιαίτερη θέση στα πνευματικά του ενδιαφέροντα έχουν στοιχεία από τη μυθολογία, τα μαθηματικά, τη θεολογία, τη φιλοσοφία και, ως προσωποποίηση αυτών, η αίσθηση του Μπόρχες για τη λογοτεχνία ως ψυχαγωγία — όλα αυτά ο συγγραφέας τα μεταχειρίζεται άλλοτε ως παιγνίδι και άλλοτε τα βλέπει πολύ σοβαρά.
Ο Μπόρχες έζησε το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα και έτσι επηρεάστηκε από την περίοδο του Μοντερνισμού και ιδιαίτερα από τον Συμβολισμό. Η πεζογραφία του αναδεικνύει τη σε βάθος μόρφωση του συγγραφέα και είναι πάντοτε περιεκτική. Όπως τον σύγχρονό του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και τον κάπως παλιότερο Τζέιμς Τζόις, συνδύασε το ενδιαφέρον του για την πατρίδα του με πολύ ευρύτερα ενδιαφέροντα. Ήταν και αυτός επίσης πολύγλωσσος και παιχνιδιάρης με τη γλώσσα, αλλά ενώ τα έργα των Ναμπόκοφ και Τζόις έτειναν να γίνονται όλο και πιο μεγάλα με την πάροδο του χρόνου, ο Μπόρχες παρέμεινε οπαδός του μικρού. Επίσης σε αντίθεση με τους Τζόις και Ναμπόκοφ, το έργο του Μπόρχες σταδιακά απομακρύνθηκε από αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε “το μπαρόκ”, ενώ των πρώτων κινήθηκε προς αυτό: τα τελευταία έργα του Μπόρχες δείχνουν ένα ύφος πολύ πιο διάφανο και νατουραλιστικό από ό,τι έδειξε στα πρώτα του έργα.
Πολλές από τις πιο γνωστές του ιστορίες αφορούν τη φύση του χρόνου, το άπειρο, καθρέφτες, λαβύρινθοςlλαβύρινθους, την πραγματικότητα και την ταυτότητα. Μερικές ιστορίες επικεντρώνονται σε φανταστικές ιδέες, όπως μια βιβλιοθήκη η οποία περιλαμβάνει όλα τα πιθανά κείμενα 410 σελίδων (“Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ”), κάποιος που δεν ξεχνάει τίποτα απολύτως (“Φούνες ο μνημονικός”), μία οπή μέσα από την οποία μπορεί κανείς να δει τα πάντα στο σύμπαν (“Το άλεφ”), και ένα έτος στάσιμο που δίνεται σε κάποιον που στέκεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα (“Το μυστικό θαύμα”). Ο ίδιος Μπόρχες αφηγήθηκε αρκετά ρεαλιστικές ιστορίες της ζωής στη Νότια Αμερική, ιστορίες που αναφέρονταν σε λαϊκούς ήρωες, μάγκες το δρόμου, στρατιώτες, γκάουτσο, ντετέκτιβ, ιστορικές φυσιογνωμίες. Ανέμιξε το πραγματικό με το φανταστικό, και σε μερικές περιπτώσεις, κυρίως στα πρώτα του κείμενα, αυτές οι αναμίξεις δεν απείχαν πολύ από κάποιου είδους απάτη ή παραποίηση της πραγματικότητας.
Η πληθώρα του μη λογοτεχνικού έργου του Μπόρχες συνίσταται σε κριτικές ταινιών και βιβλίων, σύντομες βιογραφίες, και φιλοσοφικά κείμενα σε θέματα όπως τη φύση του διαλόγου, της γλώσσας και της σκέψης, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, και λαμβάνοντας υπ’ όψη το προσωπικό πάνθεον του Μπόρχες, θεωρούσε τον Μεξικανό δοκιμιογράφο παρόμοιων θεμάτων Αλφόνσο Ρέγες ως “τον καλύτερο ισπανόφωνο πεζογράφο όλων των εποχών”. Στα μη λογοτεχνικά του κείμενα επίσης εξερευνά πολλά από τα θέματα που εμφανίζονται στη λογοτεχνία του. Δοκίμια όπως “Η ιστορία του τανγκό” ή τα κείμενά του για το επικό ποίημα “Μαρτίν Φιέρο” εξερευνούν συγκεκριμένα αργεντίνικα θέματα, όπως η ταυτότητα των Αργεντινών και των διάφορων υποσυνόλων του πληθυσμού της χώρας. Ο Μπόρχες συνέγραψε μαζί με τον Αδόλφο Μπιόι Κασάρες αρκετές συλλογές ιστοριών από το 1942 μέχρι το 1967, συχνά με διαφορετικά ψευδώνυμα (βλέπε άρθρο: Μπούστος Ντόμεκ).
Ο Μπόρχες έγραφε ποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Καθώς η όρασή του μειωνόταν, επικεντρώθηκε όλο και περισσότερο στην ποίηση, καθώς μπορούσε να αποστηθίσει ολόκληρο το κείμενο. Τα ποιήματά του καταπιάνονται με το ίδιο ευρύ φάσμα θεμάτων όπως και τα διηγήματά του, καθώς και με θέματα που προκύπτουν από το κριτικό του έργο, τις μεταφράσεις και άλλες προσωπικές ενασχολήσεις. Αυτό το εύρος ενδιαφερόντων συναντάται στην πεζογραφία, τα ποιήματα και τα μη λογοτεχνικά του κείμενα. Για παράδειγμα, το ενδιαφέρον του στον φιλοσοφικό ιδεαλισμό αντανακλάται στον φανταστικό κόσμο του Τλον στο “Τλον, Ούκμπαρ, Όρμπις Τέρτιους”, στο δοκίμιο “Νέα διάψευση του χρόνου” και στο ποίημα “Πράγματα”. Ομοίως, ένα κοινό θέμα υπάρχει στο διήγημα “Τα κυκλικά ερείπια” και το ποίημα “Το Γκόλεμ”.
Εκτός από τα δικά του έργα, ο Μπόρχες είναι γνωστός και για τις μεταφράσεις του στα ισπανικά. Μεταξύ άλλων μετέφρασε Όσκαρ Ουάιλντ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Φραντς Κάφκα, Έρμαν Έσσε, Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Χέρμαν Μέλβιλ, Αντρέ Ζιντ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Γουόλτ Γουίτμαν, Βιρτζίνια Γουλφ, Τόμας Μπράουν και Γ. Κ. Τσέτσερτον. Σε διάφορα άρθρα και διαλέξεις ο Μπόρχες αξιολογεί την τέχνη της μετάφρασης και αρθρώνει τη δική του άποψη για το θέμα: μια μετάφραση μπορεί να αποτελέσει βελτίωση του πρωτότυπου, εναλλακτικές ή και αντιφατικές εκδοχές του ιδίου έργου μπορούν να έχουν την ίδια ισχύ, και μία πρωτότυπη ή κυριολεκτική μετάφραση μπορεί να απέχει πολύ από το πρωτότυπο έργο.
Ο Μπόρχες χρησιμοποίησε επίσης δύο πολύ ασυνήθιστα λογοτεχνικά στοιχεία: την παραποίηση της πραγματικότητας αναφορικά με την ιστορία κειμένων και την κριτική ανύπαρκτων έργων. Και τα δύο αποτελούν μορφές σύγχρονων ψευδεπιγράφων. Παρόλο που ο Μπόρχες χρησιμοποίησε πολύ και διέδωσε την κριτική ανύπαρκτων έργων, εντούτοις αυτό δεν αποτέλεσε δική του επινόηση. Πιθανόν να συνάντησε αυτή την ιδέα για πρώτη φορά στο μακρύ κείμενο “Ο ράφτης ξανά ραμμένος” του Τόμας Κάρλαϊλ, το οποίο ήταν κριτική ενός ανύπαρκτου γερμανικού φιλοσοφικού έργου και βιογραφία του επίσης φανταστικού του συγγραφέα. Στην εισαγωγή της πρώτης συλλογής διηγημάτων που εξέδωσε, Ο Κήπος με τα Μονοπάτια που Διακλαδώνονται, ο Μπόρχες αναφέρει: “Είναι μεγάλη τρέλα και άσκοπο να γράφει κανείς τεράστια βιβλία – αναπτύσσοντας σε 500 σελίδες μια ιδέα η οποία μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί σε πέντε λεπτά κουβέντας. Το καλύτερο πράγμα είναι να προσποιείσαι ότι αυτά τα βιβλία ήδη υπάρχουν και να δίνεις μια σύνοψη ή κάποιο σχόλιο.”




Πάμπλο Νερούδα
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΟ Πάμπλο Νερούδα θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Ο Νερούδα γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής.
Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νεφτάλι Ρικάρντο Ρέγες Μπασοάλτο. Σε ηλικία 16 χρόνων αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του σε Πάμπλο Νερούδα για να τιμήσει την μνήμη του Τσεχοσλοβάκου ποιητή Ζαν Νερούδα. Το 1971 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο έρωτας είναι το κεντρικό θέμα πολλών έργων του, για αυτό και το όνομά του έγινε συνώνυμο με την ρομαντική ποίηση.

Το «Κάντο Χενεράλ»
Ο Νερούδα έγραψε επίσης, ωδές για πιο απλά και στοιχειώδη πράγματα της καθημερινής ζωής. Ο γνωστός Έλληνας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Νερούδα, το «Κάντο Χενεράλ».
Ο πιο γνωστός συγγραφέας της Κολομβίας, Γκάμπριελ Γκαρθία Μαρκέζ, χαρακτηρίζει τον Νερούδα ως τον «μεγαλύτερο ποιητή του 20ου αιώνα». Ο Νερούδα καθιερώθηκε από τα πρώτα κιόλας έργα του. Η συλλογή του, τα «20 ερωτικά τραγούδια και ένα τραγούδι της απόγνωσης», πουλήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα.
Το 1943 επέστρεψε στη Χιλή, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε στόχος του καθεστώτος του προέδρου Κονζάλεζ Βιντέλα, επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο αντιμετώπισης των ανθρακωρύχων που απεργούσαν.Το 1949 κατάφερε να φύγει από τη Χιλή και κατευθύνθηκε- εξόριστος πλέον- προς την Ευρώπη.
Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας. Στη ζωή του στο Κάπρι στηρίζεται η ταινία «Ο ταχυδρόμος».

Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ο Πάμπλο Νερούδα πέθανε το 1973 λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ που ανέτρεψε την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αγιέντε.
Η κηδεία του ήταν η πρώτη εκδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο στρατιωτικό καθεστώς που απαγόρευσε τα έργα του ποιητή. Η απαγόρευση ίσχυε ως το 1990.
Y tu mama tambien – Και η μαμά σου μαζί (2001)
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΣκηνοθεσια: Αλφονσο Κουαρον
Ο Χουλιο και ο Τενοκ ειναι δυο φιλοι που προετοιμαζονται για τις πρωτες τους διακοπες, καθ’ οτι ειναι μολις δεκαπεντε ετων, παρεα με την κατα πολυ μεγαλυτερη τους Λουιζα, μια γοητευτικη Ισπανιδα, γυναικα του ξαδελφου του Τενοκ. Κατα τη διαρκεια του ταξιδιου ανακαλυπτουν πως και οι δυο ελκονται απο την Λουιζα και θα προσπαθησουν να την κατακτησουν. Στο ταξιδι αυτο θα μαθουν πολλα για τη φιλια τους, τη σχεση τους με το αλλο φυλο αλλα και για τον ιδιο τους τον εαυτο.
Tο «Και η μαμά σου μαζί» («Υ tu mama tambien») του Μεξικανού Αλφόνσο Κουαρόν, γνωστού από την αμερικανική επιτυχία του «Μεγάλες προσδοκίες», απέσπασε εξαιρετικές εντυπώσεις από κοινό και κριτικούς αλλά και το βραβείο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι για τις ερμηνείες των δύο πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών του, Γκάελ Γαρσία Μπερνάλ και Ντιέγκο Λούνα. Μια ευαίσθητη ταινία δρόμου που παρακολουθεί την αρχή και το τέλος της φιλίας ανάμεσα σε δύο «κολλητούς» δεκαεπτάχρονους λίγο προτού τους σκεπάσει το σύννεφο των υποχρεώσεων.
La Science des Reves – The Science of Sleep (2006)
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιο
Μετά το θάνατο του πατέρα του με τον οποίο ζούσε στο Μεξικό, ο Stephane (Gael Garcia Bernal), φιλόδοξος γραφίστας και αθεράπευτος ονειροπόλος, επιστρέφει στο Παρίσι για να ζήσει με τη μητέρα του, η οποία του έχει βρει δουλειά σ’ ένα τυπογραφείο που σχεδιάζει ημερολόγια. Σύντομα, ο Stephane θα διαπιστώσει ότι η εργασία του είναι άκρως αντιδημιουργική και βαρετή, αντίθετα με ό,τι νόμιζε στην αρχή. Θα γνωρίσει, όμως, την όμορφη γειτόνισσά του, τη Stephanie (Charlotte Gainsbourg), θα την ερωτευτεί και θα κάνει τα πάντα για να την πλησιάσει. Ωστόσο, η συνήθειά του να μπερδεύει τα όνειρα με την πραγματικότητα θα περιπλέξει την κατάσταση, αφού ο ντροπαλός και ρομαντικός Stephane μόνο στον ύπνο του θα βρει το θάρρος για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Αποστολή του είναι να τα καταφέρει και στον… ξύπνιο του.

Δύο χρόνια μετά από το «Eternal Sunshine of the Spotless Mind» και την οντολογική διερεύνηση των αναμνήσεων, ο πολυσχιδής Γάλλος σκηνοθέτης Michel Gondry επιχειρεί μια νέα περιπλάνηση στους τρόπους λειτουργίας του ανθρώπινου νου, βάζοντας τα όνειρα στο επίκεντρο αυτή τη φορά. Χωρίς τη συνεργασία του Charlie Kaufman στο σενάριο, το «The Science of Sleep» είναι μια δημιουργία εξ’ ολοκλήρου… Gondry-κή, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που όσοι γνωρίζουν τη ζωή και τη δουλειά του σκηνοθέτη θ’ ανακράξουν ευθύς αμέσως ότι είναι άκρως αυτοαναφορική. Ο ήρωας Stephane, ένα alter ego του σκηνοθέτη με όλες τις φοβίες και τις ψυχώσεις του, θέλει να διοχετεύσει την ασυγκράτητη δημιουργικότητά του (την οποία αντλεί κυρίως από τα όνειρά του) στη ζωή, τη δουλειά και τις σχέσεις του. Με άλλα λόγια, επιθυμεί να μεταμορφώσει την καθημερινότητά του σε κόσμο ονειρικό και φανταστικό, σαν ένα ‘ενήλικο’ παιδότοπο. Αυτή, όμως, η διπλή του ζωή ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα τον έχει κρατήσει σε άμεση επαφή με το παιδί μέσα του, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται σαν ντροπαλός και άβουλος. Από την άλλη, η Stephanie, σαφώς πιο προσγειωμένη αλλά με εξίσου δημιουργική φύση, ίσως ν’ αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία του Stephane να ερωτευτεί αληθινά και παράλληλα να παραμείνει στον ονειρόκοσμό του.

Η ταινία είναι ένα εικαστικό αριστούργημα. Τοπία και πόλεις ολόκληρες από χαρτί, σκηνικά από ύφασμα, νερό από σελοφάν και σύννεφα από βαμβάκι, ντύνουν μερικές από τις σκηνές στο ιδιαίτερο σημείο εκείνο που η πραγματικότητα συμβάλλει με το όνειρο. Η παιδική αφέλεια ως προς την τεχνοτροπία του εικαστικού μέρους εντείνει το άρωμα ονείρου από το οποίο εμφορείται η ταινία, ενώ ο κινηματογραφόφιλος θεατής θα βαρεθεί να μετρά σκηνοθετικά ευρήματα εκμετάλλευσης του σκηνικού αλλά και πρωτότυπες εικαστικές ιδέες στο επίπεδο των σκηνικών.

Ο Gael Garcia Bernal κερδίζει έναν ακόμα βαθμό πολυμορφίας για το ρόλο του Stephane, φανερώνοντας και πάλι το εύρος της υποκριτικής γκάμας του. Εύθραυστος και αιθεροβάμων, αποδίδει τον ήρωα του «The Science of Sleep» με τις σωστές δόσεις ρομαντισμού και διστακτικότητας χωρίς να τις γελοιοποιεί. Η Charlotte Gainsbourg, αυστηρή και ευαίσθητη ταυτόχρονα (γνήσιο παιδί του μπαμπά Serge και της μαμάς Jane Birkin) συμπληρώνει επιτυχημένα τον Bernal, δίχως να κινείται στη σκιά του, επιτυγχάνοντας μια λιτή αμεσότητα σα να παίζει σε ταινία της Nouvelle Vague.
initFontSize();
Paris Je t’aime (2006)
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΣκηνοθεσία:
Olivier Assayas, Frédéric Auburtin, Emmanuel Benbihy, Gurinder Chadha, Sylvain Chomet, Ethan Coen, Joel Coen, Isabel Coixet, Wes Craven, Alfonso Cuarón, Gérard Depardieu, Christopher Doyle, Richard LaGravenese, Vincenzo Natali, Alexander Payne, Bruno Podalydès, Walter Salles, Oliver Schmitz, Nobuhiro Suwa, Daniela Thomas, Tom Tykwer, Gus Van Sant
Παίζουν:
Olivier Assayas, Frédéric Auburtin, Emmanuel Benbihy, Gurinder Chadha, Sylvain Chomet, Ethan Coen, Joel Coen, Isabel Coixet, Wes Craven, Alfonso Cuarón, Gérard Depardieu, Christopher Doyle, Richard LaGravenese, Vincenzo Natali, Alexander Payne, Bruno Podalydès, Walter Salles, Oliver Schmitz, Nobuhiro Suwa, Daniela Thomas, Tom Tykwer, Gus Van Sant
Οι αδελφοί Κοέν, ο Βάλτερ Σάλες, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου, ο Πολ Βερχόφεν, ο Γκας Βαν Σαντ είναι λίγοι μόνο από τους δημιουργούς που συνεργάζονται με μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του παγκόσμιου κινηματογράφου για να φτιάξουν ένα απίστευτο μωσαϊκό από μικρές ιστορίες που ενώνονται όλες σε μία και μοναδική μεθυστική αποπλάνηση γεμάτη ρομάντζο, έρωτα και …την αιώνια Πόλη του Φωτός.
Δεκαοχτώ μικρά επεισόδια από τη ζωή στη γαλλική πρωτεύουσα, κάθε ένα και σε διαφορετική γειτονιά, γραμμένα και σκηνοθετημένα από είκοσι γνωστούς δημιουργούς με πλήθος γνωστών ηθοποιών να πρωταγωνιστούν. Το φιλόδοξο εγχείρημα της παραγωγού Claudie Ossard είναι μια απόπειρα να εξυμνηθεί το Παρίσι και να αναδειχτεί η σύγχρονη και πολύπλευρη ταυτότητά του, σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Κοινός παρονομαστής, εκτός από το φυσικό σκηνικό της Πόλης του Φωτός, είναι ο έρωτας και η αγάπη σε όλες τους τις μορφές: από την αγάπη μιας μάνας για το παιδί της μέχρι την αγάπη ενός άνδρα για τη γυναίκα του που πεθαίνει και από τον έρωτα δύο διαφορετικών νέων μέχρι τον έρωτα ενός βαμπίρ για έναν τουρίστα!
Πάμπλο Νερούδα – Δεν σε θέλω παρα γιατί σε θέλω
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΔε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,
μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.
Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω,
κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο
σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω,
σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.
Πάμπλο Νερούδα – Μη λέιψεις καν μια μέρα μακριά μου
•Μαρτίου 14, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΜη λείψεις καν μια μέρα μακριά μου, γιατί να,
πώς να το πω, μου ‘ναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω σαν στους σταθμούς εκείνους
που σε κάποια γωνιά τους πήρ’ ο ύπνος τα τρένα.
Μη φύγεις καν για μια ώρα γιατί τότε
σ’ αυτήν την ώρα σμίγουν οι στάλες της αγρύπνιας
κι ο καπνός που γυρεύει να ‘βρει σπίτι ίσως έρθει
να σκοτώσει ως και την καρδιά μου τη χαμένη.
Μην τσακιστεί η σιλουέτα σου στην άμμο,
στην απουσία τα βλέφαρά σου μην πετάξουν:
μη φύγεις καν για ένα λεπτό, ακριβή μου,
γιατί σ’εκείνο το λεπτό θα ξεμακρύνεις τόσο
που άνω κάτω τον κόσμο θα κάνω εγώ ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θ’ αφήσεις να πεθάνω.



